ολιγάρχης


ολιγάρχης
ὀλιγάρχης, ὁ (Α)
αυτός που κυβερνά σε ολιγαρχία, μέλος τής ρωμαϊκής δεκανδρίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματισμός από το ὀλιγαρχία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀλιγαρχῶν — ὀλιγάρχης oligarch masc gen pl ὀλιγαρχέω to be a member of an oligarchy pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγάρχαις — ὀλιγάρχης oligarch masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Oligarca — ► sustantivo masculino femenino POLÍTICA Persona que forma parte del gobierno en una oligarquía. * * * oligarca (del gr. «oligárchēs») m. Cada uno de los miembros de una oligarquía. * * * oligarca. (Del gr. ὀλιγάρχης). m. Cada uno de los… …   Enciclopedia Universal

  • λιγο- — και ολιγ(ο) (AM ολιγ[ο] , Μ και λίγ[ο] ) τύπος «σύνθετου υποκοριστικού» (πρβλ. μικρο , χαμο , υπο κ.ά.) που ανάγεται στο επίθ. ολίγος*. Δηλώνει σμίκρυνση ή υποκορισμό τής σημασίας τού β συνθετικού. Τα σύνθετα τού τύπου ολιγ(ο) αποτελούν το… …   Dictionary of Greek

  • oligarca — (Del gr. ὀλιγάρχης). m. Cada uno de los individuos que componen una oligarquía …   Diccionario de la lengua española


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.